Ξεκινήσαμε. Φορτωθήκαμε τα όργανα , πήραμε τα σκόπια μας, (εγώ δηλαδή δεν είχα ,μήτε που είχα ξαναπερπατήσει με δαύτο , αλλά ο Αντώνης είχε φροντίσει να βρει και για μένα ένα) και πάμε. Στην Γούβα μας είπαν, εκεί θα πούμε τα παραμύθια. Εγώ ανήξερη έφτασα με τα αραχνοΰφαντα φουστάνια μου και τα λεπτεπίλεπτα πέδιλα. Το μονοπάτι δύσβατο. Ανεβήκαμε, κατεβήκαμε, στα δέντρα ήταν κρεμασμένα τα lux έτοιμα να φωτίσουν τον δρόμο της επιστροφής.
Σκαρφαλώσαμε λίγο, λαχανιάσαμε άλλο τόσο και ωπ, φτάσαμε.Ο τόπος ήταν γεμάτος λιθάρια. Άγριος. Τον κοίταξα με απορία .Τί είναι εδώ αναρωτήθηκα, τι το σπουδαίο έχει; Θα καταλάβαινα αργότερα.Ύστερα σιγά σιγά άρχισε ο κόσμος να φτάνει.Όλοι τους χαρούμενοι και χαμογελαστοί ο καθένας με το σκόπι του στο χέρι. Ήξεραν αυτοί. Το μονοπάτι δεν το κατεβαίνεις μέσα στη νύχτα χωρίς βοήθεια. Εδώ να σταθείτε μας είπαν , εδώ που παλιά στάλιζαν τα ζώα. Έπειτα άρχισαν να κουβαλούν τα λιθάρια ,να μετακινούν τις πέτρες, αυτά θα ήταν τα καθίσματά τους. Ήταν περήφανοι, εκείνος ο τόπος ήταν για εκείνους σημαντικός,ήταν γεμάτος μνήμες και ιστορίες. Δούλεψαν πολύ για να καταφέρουν να αποκτήσουν πρόσβαση ξανά, καθάρισαν το μονοπάτι, καθάρισαν την Γούβα από τα αγριόχορτα και τα αγριόκλαδα που την είχαν κρύψει και μαζί είχαν κρυφτεί και οι παιδικές τους μνήμες και οι ιστορίες. Και σαν όλοι τους μαζεύτηκαν, στρογγυλοκάθισαν βολεύτηκαν πάνω στα λιθάρια και περίμεναν. οι άνθρωποι άρχισαν να αφηγούνται τις μνήμες τους από το μέρος και να μιλούν για τις νεράιδες για τα σπάνια δέντρα και τα σπάνια πουλιά που ζούσανε εκεί.
Και εμείς ακούγαμε προσεκτικά .Κι όταν οι αφηγήσεις τους τελείωσαν, εμείς πήραμε την θέση μας στον στάλο. Και τα παραμύθια ξεκίνησαν. Το φως σιγά σιγά έφευγε . Η σιωπή και η γαλήνη απλώθηκε. Ακουγόταν μόνο οι μελωδίες από την κιθάρα του Αντώνη, ένας μικρός βόμβος από τα lux που πρόσφεραν το λιγοστό τους φώς και ίσως νομίζω μια στιγμή, όταν το σκοτάδι έγινε βαθύ, ακούστηκε πίσω από τα κλαδιά ένα αηδόνι για λίγο να γλυκοκελαηδεί . Τα παραμύθια ξεδιπλώνονταν σιγά σιγά και αντί αυτή τη φορά να μας ταξιδέψουν μακριά εκείνα διάλεξαν να μείνουν εκεί να γεμίσουν εκείνον το τόπο, να γλυκάνουν την αγριάδα του και να προσφέρουν στους ανθρώπους του χωριού μια μνήμη ακόμη για να τον αγαπήσουν πιο πολύ. Αυτή την φορά ο στάλος γέμισε από ιστορίες και παραμύθια. Κι όλοι μας σταλίσαμε εδώ για λίγο την ψυχή μας. Τώρα έπρεπε να φύγουμε να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής. Τα λιθάρια και οι πέτρες έμειναν πίσω, έτοιμα καθίσματα να μας περιμένουν για την επόμενη φορά. 'Όταν φτάσαμε στην πλατεία, στο άπλετο φως, οι άνθρωποι συνέχισαν να μας αφηγούνται ιστορίες από τον τόπο και εμείς να τις ακούμε με γεμάτη την καρδιά!!!! Ευχαριστούμε πολύ τους ανθρώπους τούτου του τόπου που μας πρόσφεραν τόσο απλόχερα και τόσο εγκάρδια αυτή την τόσο σπάνια εμπειρία!!!!!















